ευδρανής


ευδρανής
εὐδρανής, -ές (Μ)
1. (για πρόσωπα) ρωμαλέος, εύρωστος
2. (για ιδέες, πνευματικές ικανότητες κ.λπ.) ισχυρός, σταθερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -δρανής (< δραίνω «είμαι έτοιμος για δράση», παράλλ. τ. τού δρω), πρβλ. α-δρανής, ολιγο-δρανής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδρανής — vigorous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρανῆ — εὐδρανής vigorous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐδρανής vigorous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐδρανής vigorous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρανεστέρων — εὐδρανής vigorous fem gen comp pl εὐδρανής vigorous masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδρανές — εὐδρανής vigorous masc/fem voc sg εὐδρανής vigorous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευδράνεια — εὐδράνεια, ἡ (Α) [ευδρανής] σωματική δύναμη και υγεία («τὸ ἀδρανέστατον ταῑς χερσὶν εὐδράνειαν αἰτεῑται», ΠΔ) …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.